ἐκπρόθεσμος

ἐκπρόθεσμος
ἐκ-πρό-θεσμος, der einen festgesetzten Tag, einen Termin nicht hält, zu spät kommt; τοῦ ὀφλήματος, der die Schuld nicht, wo sie fällig war, zahlt; τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν, über die bestimmten sieben Tage hinaus; ἔφεσις, verspätete Appellation; τοῠ ἀγῶνος, wegen seines hohen Alters nicht mehr zum Kampfe tauglich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐκπρόθεσμος — beyond the appointed day masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκπρόθεσμος — η, ο (AM ἐκπρόθεσμος, ον) 1. (για πρόσ.) αυτός που άφησε να περάσει η καθορισμένη προθεσμία για να κάνει κάτι 2. (για πράγμ.) αυτός που γίνεται μετά την καθορισμένη προθεσμία …   Dictionary of Greek

  • εκπρόθεσμος — η, ο επίρρ. α που ξεπέρασε το ορισμένο χρονικό όριο, την προθεσμία, καθυστερημένος: Η αίτησή σου είναι εκπρόθεσμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκπρόθεσμον — ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day masc/fem acc sg ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπροθέσμου — ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπροθέσμους — ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπροθέσμων — ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπρόθεσμα — ἐκπρόθεσμος beyond the appointed day neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεσμός — ο (ΑΜ θεσμός Α και δωρ. τ. τεθμός) το έθος, η συνήθεια, καθετί που καθίσταται κανόνας δικαίου με την παράδοση ή με κοινή συμφωνία νεοελλ. ειδικός οργανισμός, κοινωνικός ή πολιτικός, αναγνωρισμένος από την παράδοση ή από τον νόμο (α. «ο θεσμός τού …   Dictionary of Greek

  • υπέρορος — ον, Α αυτός που υπερβαίνει την προθεσμία, εκπρόθεσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ὅρος (Ι) «όριο, σύνορο» (πρβλ. ὅμ ορος)] …   Dictionary of Greek

  • υπερπρόθεσμος — ον, Α (κατά το λεξ. Σούδα) ο εκπρόθεσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πρόθεσμος (< προθεσμία), πρβλ. ἐκ πρόθεσμος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”